νομεύς


νομεύς
пастух

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "νομεύς" в других словарях:

  • νομεύς — νομεύς, έως, ιων. γεν. ῆος, ὁ (Α) βλ. νομέας (Ι) …   Dictionary of Greek

  • νομεύς — herdsman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομεῖς — νομεύς herdsman masc acc pl νομεύς herdsman masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομέων — νομεύς herdsman masc gen pl νομέω̆ν , νομεύς herdsman masc gen pl νομή pasturage fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομεῖ — νομεύς herdsman masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομεῦ — νομεύς herdsman masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομεῦσι — νομεύς herdsman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομεῦσιν — νομεύς herdsman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομῆα — νομεύς herdsman masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομῆας — νομεύς herdsman masc acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομῆες — νομεύς herdsman masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)